Στο εδώλιο του Ειδικού Δικαστηρίου στέλνει το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο τον πρώην υφυπουργό Χρήστο Τριαντόπουλο για την υπόθεση του αποκαλούμενου «μπαζώματος» στα Τέμπη.
Ειδικότερα, έγινε δεκτή η εισήγηση του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Δημήτρη Μητρουλιά, προς το Δικαστικό Συμβούλιο του Ειδικού Δικαστηρίου περί ευθύνης υπουργών και με βούλευμα παραπέμπεται σε δίκη για το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος (πλημμέλημα).
Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται η αλλοίωση του χώρου του δυστυχήματος, το λεγόμενο «μπάζωμα», και η απομάκρυνση υλικών από το σημείο, ενέργειες που έχουν προκαλέσει έντονη πολιτική και δικαστική αντιπαράθεση και συνδέονται με την προσπάθεια διερεύνησης των συνθηκών του δυστυχήματος.
Η Εισαγγελία είχε προτείνει την παραπομπή ακόμα τεσσάρων προσώπων ως φερόμενων συμμετόχων στις πράξεις του κ. Τριαντόπουλου, μεταξύ των οποίων ο πρώην περιφερειάρχης Θεσσαλίας, Κώστας Αγοραστός.
O αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου είχε προτείνει επίσης να καθίσουν στο εδώλιο του Ειδικού Δικαστηρίου και ο τότε γενικός γραμματέας Πολιτικής Προστασίας, καθώς και οι επικεφαλής Τροχαίας και Πυροσβεστικής Λάρισας την επίμαχη περίοδο.
Αντίθετα, για τρία χαμηλόβαθμα στελέχη της Πυροσβεστικής προτείνεται η απαλλαγή από τη συγκεκριμένη κατηγορία, με παράλληλη διαβίβαση της δικογραφίας στον εισαγγελέα Λάρισας, προκειμένου να διερευνηθεί αν προκύπτουν άλλα πιθανά αδικήματα, τα οποία συνδέονται με ζητήματα ελλιπούς πραγματογνωμοσύνης.
Ο εισαγγελικός λειτουργός τόνιζε στην πρότασή του ότι, χωρίς την έγκριση των αρμόδιων δικαστικών και ανακριτικών Αρχών, δόθηκε εντολή να γίνουν παρεμβάσεις στον χώρο του δυστυχήματος, να στρωθεί ο δρόμος με χαλίκια και να καλυφθεί τμήμα του εδάφους με τριμμένη πίσσα. Για τον πρώην υφυπουργό παρά τω πρωθυπουργώ ανέφερε ότι παρότι είχε υποχρέωση να αποτρέψει αυτές τις ενέργειες, δεν έκανε κάποια ενέργεια για να τις σταματήσει.
Ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι οι κ.κ. Τριαντόπουλος και Αγοραστός «είχαν ως σκοπό, δυσχεραίνοντας τις έρευνες για τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων, να επέμβουν αθέμιτα στην εν εξελίξει ανακριτική διαδικασία, από την οποία προέκυπταν ποινικές ευθύνες για συγκεκριμένα πρόσωπα με αφορμή το εν λόγω σιδηροδρομικό δυστύχημα, προς τον σκοπό αφενός μεν βλάβης του κράτους και δη της λειτουργίας της δικαιοσύνης, αφετέρου δε προσπορισμού παράνομου ηθικού οφέλους στους δράστες των διερευνώμενων αδικημάτων».
Οι κατηγορούμενοι από την πλευρά τους απορρίπτουν τις σε βάρος τους αιτιάσεις, υποστηρίζοντας ότι ουδέποτε έδωσαν εντολή για αλλοίωση του χώρου του δυστυχήματος ή για οποιαδήποτε παρέμβαση που θα μπορούσε να επηρεάσει την έρευνα, ενώ οι συγγενείς των θυμάτων, οι οποίοι έχουν δηλώσει παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας, εξακολουθούν να ζητούν την αναβάθμιση της δίωξης από πλημμέλημα σε κακούργημα, εκτιμώντας ότι οι ενέργειες που αποδίδονται στους εμπλεκόμενους είχαν σοβαρές συνέπειες για τη συλλογή κρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων και, κατ’ επέκταση, για τη διαλεύκανση της υπόθεσης.




